Μια «ξεχασμένη» από το 1974 εκταφή: Η διπλή ανάγνωση για δικαιώματα και η υποχρέωση σε πεσόντες

Μια «ξεχασμένη» από το 1974 εκταφή: Η διπλή ανάγνωση για δικαιώματα και η υποχρέωση σε πεσόντες

Του Κώστα Βενιζέλου

ΤΗΝ ώρα κατά την οποία οι συζητήσεις στο πεδίο των διαπραγματεύσεων επιχειρούν να διασαφηνίσουν τα δικαιώματα ιδιοκτητών και χρηστών (σφετεριστών), δίπλα ακριβώς από εκεί, η κυπριακή Πολιτεία αναζητεί το μεταγωγικό στρατιωτικό αεροσκάφος Νοράτλας της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας, που είναι θαμμένο στον Τύμβο Μακεδονίτισσας από το 1974.

Την ώρα που όλα γύρω από το Κυπριακό και τις συζητήσεις στο διπλωματικό πεδίο λαμβάνουν υπόψη τον «χρόνο και την κούραση» και ανακαλύπτουν διπλές, πολλαπλές αναγνώσεις για τα δικαιώματα, υπάρχει εκείνη η διαχρονική πληγή που θυμίζει ποιο είναι το πρόβλημα. Γιατί «ο χρόνος και η κούραση» δεν είναι θεραπεία για ανοικτές πληγές. Είναι λογική υποταγμένη στις σκοπιμότητες και σε πολιτικούς, διπλωματικούς σχεδιασμούς.

Σαράντα ένα χρόνια μετά, το αγνοούμενο αεροσκάφος, που η ασυνεννοησία την οποία προκαλούσε ο αιφνιδιασμός της εισβολής, η υπεροπλία του εχθρού, οδήγησε στην κατάρριψή του από ίδια πυρά, αναζητείται κάτω από τις πλάκες του Τύμβου της Μακεδονίτισσας. Σαράντα ένα χρόνια μετά, με πολλές και διαφορετικές μαρτυρίες γίνεται το βήμα που έπρεπε προ πολλού να αποφασισθεί. Υπήρχε μια ατολμία και ένας φόβος. Υπήρχε μια αδυναμία του κράτους να παρακάμψει μηχανισμούς και γραφειοκρατίες και να προχωρήσει στην αναζήτηση του Νοράτλας. Τι ήταν εκείνο που φρέναρε μέχρι σήμερα την έρευνα; Απαντήσεις υπάρχουν, αλλά δεν είναι του παρόντος.

Μια ιστορία πονεμένη αυτή με το Νοράτλας. Το μαρτυρούν όσοι την έχουν ζήσει. Ήταν το αεροσκάφος από την Ελλάδα που καταρρίφθηκε από δικές μας δυνάμεις. Εκείνο το βράδυ της 22ας Ιουλίου 1974 το αεροσκάφος δεν πρόλαβε να φθάσει ποτέ στον προορισμό του. Η αγωνιώδης «διαταγή» που μεταδόθηκε μετά το κακό που συνέβη, «μη ρίχνεται, είναι ελληνικά», δεν κρίθηκε ποτέ. Ούτε ποιος άργησε να ειδοποιήσει έγινε γνωστό, σε ένα κλίμα προδοσίας και γενικής διάλυσης, ούτε ποιος είχε τη γενική ευθύνη. Σαράντα ένα χρόνια μετά, μερικοί μπορεί να θεωρούν τα ερωτήματα αυτά «λεπτομέρειες».

Υπάρχουν μέσα στο κουφάρι του αεροπλάνου λείψανα αγνοουμένων; Όντως μεταφέρθηκαν και τάφηκαν σε τάφο στο νεκροταφείο της Λακατάμιας; Οι απαντήσεις θα δοθούν από τις έρευνες, για να κλείσει μια ακόμη τραγική ιστορία του 1974. Όσο μπορεί να κλείσει όταν η έρευνα αφορά ανθρώπους που έχουν χαθεί άδικα και πριν καν «επιτελέσουν την αποστολή τους». Αναζητώντας έστω και τώρα τις αλήθειες για εκείνο το καλοκαίρι, του 1974, κανένας τότε, μέσα στη δίνη του πολέμου, δεν μπορούσε να προβλέψει τα όσα επακολούθησαν και πώς η κοινωνία αντιμετώπισε τα αποτελέσματα της εισβολής.

Τα υπόλοιπα, για όσους δεν έχουν απορίες ή τις έχουν απαντήσει, θα λυθούν σε άλλα πεδία. Σε εκείνα τα πεδία των επικοινωνιακών παιχνιδιών. Παρεμπιπτόντως, με φολκλορικές φιέστες, που λειτουργούν ενίοτε και ως σφουγγάρι, λύση του Κυπριακού δεν θα βρεθεί.